Αγγλικά (en)Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
place places

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pleɪs/
 
ομόηχα: plays, plaice

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

place (en)

  1. τόπος, μέρος, περιοχή
     συνώνυμα: area
  2. θέση

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας place
γ΄ ενικό ενεστώτα places
αόριστος placed
παθητική μετοχή placed
ενεργητική μετοχή placing

place (en)

  • τοποθετώ, βάζω κάτι κάπου
    She wanted to place the vase somewhere safe so it doesn't fall and break.
    Αυτή, ήθελε να βάλει το βάζο κάπου ασφαλές για να μην πέσει και σπάσει.

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
place places

place (fr) θηλυκό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία