Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πλατεία οι πλατείες
      γενική της πλατείας των πλατειών
    αιτιατική την πλατεία τις πλατείες
     κλητική πλατεία πλατείες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλατεία < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου πλατύς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλατεία θηλυκό

  1. επίπεδος, διαμορφωμένος χώρος μέσα σε κατοικημένη περιοχή που περιβάλλεται από κτίρια ή και δρόμους
  2. τμήμα του θεάτρου μπροστά από τη σκηνή όπου κάθονται οι θεατές, διαφορετικό από τα θεωρεία και τον εξώστη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία