Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Platz 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Platz (de) αρσενικό

  1. πλατεία
    die Hauptstraße mündet auf diesen Platz - ο κεντρικός δρόμος βγαίνει στην πλατεία
  2. θέση
    der Platz ist nicht frei - η θέση δεν είναι ελεύθερη