Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πλατύς η πλατιά το πλατύ
      γενική του πλατιού
πλατύ
της πλατιάς του πλατιού
πλατύ
    αιτιατική τον πλατύ την πλατιά το πλατύ
     κλητική πλατύ πλατιά πλατύ
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πλατιοί
πλατείς
οι πλατιές τα πλατιά
      γενική των πλατιών των πλατιών των πλατιών
    αιτιατική τους πλατιούς
πλατείς
τις πλατιές τα πλατιά
     κλητική πλατιοί
πλατείς
πλατιές πλατιά
Οι τύποι με γιώτα (-ιού, -ιοί, -ιά, -ιών, ...) προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «αψύς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλατύς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πλατύς < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *pl̥th₂us < *pleth₂os

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /plaˈtis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πλα‐τύς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πλατύς, -ιά, -ύ

  1. που έχει ικανό πλάτος
  2. που έχει μεγάλη έκταση
  3. (μεταφορικά) που δεν περιορίζεται που είναι ανοιχτός
  4. (μεταφορικά) που είναι τεκμηριωμένος και εμπεριστατωμένος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

όπως

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική πλατῠ́ς πλατεῖᾰ τὸ πλατῠ́
      γενική τοῦ πλατέος τῆς πλατείᾱς τοῦ πλατέος
      δοτική τῷ (πλατέϊ) πλατεῖ τῇ πλατείᾳ τῷ (πλατέϊ) πλατεῖ
    αιτιατική τὸν πλατῠ́ν τὴν πλατεῖᾰν τὸ πλατῠ́
     κλητική ! πλατῠ́ πλατεῖᾰ πλατῠ́
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ (πλατέες) πλατεῖς αἱ πλατεῖαι τὰ πλατέ
      γενική τῶν πλατέων τῶν πλατειῶν τῶν πλατέων
      δοτική τοῖς πλατέσῐ(ν) ταῖς πλατείαις τοῖς πλατέσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς πλατεῖς τὰς πλατείᾱς τὰ πλατέ
     κλητική ! (πλατέες) πλατεῖς πλατεῖαι πλατέ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ πλατέε (πλατεῖ) τὼ πλατείᾱ τὼ πλατέε (πλατεῖ)
      γεν-δοτ τοῖν πλατέοιν τοῖν πλατείαιν τοῖν πλατέοιν
Οι ασυναίρετοι τύποι όπως στο παράδειγμα του Smyth.
Ο συνηρημένος δυϊκός, όπως στο σχολικό βιβλίο (Οικονόμου).
3η&1η κλίση, Κατηγορία 'βαθύς' όπως «βαθύς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλατύς < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *pl̥th₂us < *pleth₂os

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πλατύς, -εῖα, -ύ

  1. ο πλατύς
  2. ο επίπεδος
  3. (για άνθρωπο) μεγαλόσωμος

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία