Ελληνικά (el) Επεξεργασία

Πρότυπο:el-κλίσ-'βαθύς'

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλατύς < αρχαία ελληνική πλατύς < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *pl̥th₂us < *pleth₂os

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πλατύς, -ιά, -ύ

  1. που έχει ικανό πλάτος
  2. που έχει μεγάλη έκταση
  3. (μεταφορικά) που δεν περιορίζεται που είναι ανοιχτός
  4. (μεταφορικά) που είναι τεκμηριωμένος και εμπεριστατωμένος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία