Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλατύστομος < πλατύ- / πλατύς + -στομο / στόμα / στόμιο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πλατύστομος

  • που έχει πλατύ στόμιο / στόμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία