Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική εμπεριστατωμένος εμπεριστατωμένη εμπεριστατωμένο
γενική εμπεριστατωμένου εμπεριστατωμένης εμπεριστατωμένου
αιτιατική εμπεριστατωμένο εμπεριστατωμένη εμπεριστατωμένο
κλητική εμπεριστατωμένε εμπεριστατωμένη εμπεριστατωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εμπεριστατωμένοι εμπεριστατωμένες εμπεριστατωμένα
γενική εμπεριστατωμένων εμπεριστατωμένων εμπεριστατωμένων
αιτιατική εμπεριστατωμένους εμπεριστατωμένες εμπεριστατωμένα
κλητική εμπεριστατωμένοι εμπεριστατωμένες εμπεριστατωμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εμπεριστατωμένος < Αυτός που εξετάζεται με μεγάλη προσοχή

  ΜετοχήΕπεξεργασία

εμπεριστατωμένος

  • αυτός που εξετάστηκε ή έγινε με μεγάλη προσοχή και επισταμένως
    εμπεριστατωμένη μελέτη

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία