Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η περίσταση οι περιστάσεις
      γενική της περίστασης
& περιστάσεως
των περιστάσεων
    αιτιατική την περίσταση τις περιστάσεις
     κλητική περίσταση περιστάσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περίσταση < ελληνιστική κοινή περίστασις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

περίσταση θηλυκό

  1. μια χρονική στιγμή που χαρακτηρίζεται από ένα σύνολο ιδιαίτερων συνθηκών, η κατάσταση που επικρατεί σε μια χρονική στιγμή
    μια και η περίσταση το απαιτεί, ας πιούμε ένα ποτηράκι
    φαίνομαι αντάξιος των περιστάσεων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία