Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συγκυρία οι συγκυρίες
      γενική της συγκυρίας των συγκυριών
    αιτιατική τη συγκυρία τις συγκυρίες
     κλητική συγκυρία συγκυρίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συγκυρία < (λόγιο) αρχαία ελληνική συγκυρία[1] < συγκυρῶ < σύν + κῠρέω, άγνωστης ετυμολογικής αρχής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συγκυρία θηλυκό

  • το αποτέλεσμα της σύμπτωσης γεγονότων σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία