Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συγκυρία συγκυρίες
γενική συγκυρίας συγκυριών
αιτιατική συγκυρία συγκυρίες
κλητική συγκυρία συγκυρίες


  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συγκυρία θηλυκό

  1. το αποτέλεσμα που προκύπτει από τη σύμπτωση γεγονότων σε μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία