Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική τεκμηριωμένος τεκμηριωμένη τεκμηριωμένο
γενική τεκμηριωμένου τεκμηριωμένης τεκμηριωμένου
αιτιατική τεκμηριωμένο τεκμηριωμένη τεκμηριωμένο
κλητική τεκμηριωμένε τεκμηριωμένη τεκμηριωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τεκμηριωμένοι τεκμηριωμένες τεκμηριωμένα
γενική τεκμηριωμένων τεκμηριωμένων τεκμηριωμένων
αιτιατική τεκμηριωμένους τεκμηριωμένες τεκμηριωμένα
κλητική τεκμηριωμένοι τεκμηριωμένες τεκμηριωμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τεκμηριωμένος, μετοχή παθ. παρακειμένου του τεκμηριώνομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

τεκμηριωμένος, -η, -ο

τεκμηριωμένη καταγγελία
τεκμηριωμένο επιχείρημα

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία