Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλατύγυρος < πλατύ- / πλατύς + γύρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πλατύγυρος, -η, -ο

  1. που έχει πλατύ γύρο (περιφέρεια, μπορ)
    πλατύγυρο καπέλο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία