Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπορ < γαλλική bord

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπορ ουδέτερο άκλιτο

  • ο γύρος του καπέλου, το κυκλικό τμήμα του που προεξέχει ολόγυρα και δημιουργεί σκιά

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία