Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλατύφυλλος < αρχαία ελληνική πλατύφυλλος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πλατύφυλλος

  1. που έχει πλατιά φύλλα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλατύφυλλος < πλατύ- / πλατύς + -φυλλος / φύλλο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πλατύφυλλος

  1. πλατύφυλλος