Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλατιά < πλατύς

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

πλατιά

  1. σε μεγάλη έκταση, ευρέως


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία