Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πλάτωμα τα πλατώματα
      γενική του πλατώματος των πλατωμάτων
    αιτιατική το πλάτωμα τα πλατώματα
     κλητική πλάτωμα πλατώματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλάτωμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλάτωμα ουδέτερο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία