Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ωμα

  1. παραγωγική κατάληξη ουδέτερων ουσιαστικών που προέρχονται από ρήματα σε -ώνω και δηλώνουν το αποτέλεσμα της ενέργειας του ρήματος
    ημερώνω > ημέρωμα
  2. κατάληξη ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνουν ασθένεια ή παθολογική κατάσταση

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  Πατώντας εδώ θα δείτε όλες τις λέξεις του Βικιλεξικού που καταλήγουν σε «-ωμα»