Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γαλάκτωμα τα γαλακτώματα
      γενική του γαλακτώματος των γαλακτωμάτων
    αιτιατική το γαλάκτωμα τα γαλακτώματα
     κλητική γαλάκτωμα γαλακτώματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαλάκτωμα < γαλακτώδης ή γάλα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γαλάκτωμα ουδέτερο

  1. γαλακτώδες καλλυντικό
  2. (χημεία) το υγρό που σχηματίζεται από τη διασπορά ενός υγρού σε άλλο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία