Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρμέγω < μεσαιωνική ελληνική αρμέγω < αρχαία ελληνική ἀμέλγω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂melǵ-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aɾ.ˈmɛ.ɣɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αρμέγω

  1. βγάζω το γάλα από τους μαστούς της αγελάδας ή άλλου θηλυκού ζώου τραβώντας τους με τα χέρια ή χρησιμοποιώντας ειδική συσκευή
  2. (μεταφορικά) εκμεταλλεύομαι κάποιον, κυρίως οικονομικά
  3. (μεταφορικά) χουφτώνω κάποια έντονα στο στήθος, ξεμαστιάζω-ξεμαστώνω

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία