Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλήρωμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλήρωμα ουδέτερο

  1. το προσωπικό, το σύνολο των ατόμων που χρησιμοποιείται σε ένα μεταφορικό μέσο εάν κατά τη μετακίνησή του χρειάζεται τουλάχιστον πάνω από ένα άτομο
  2. (ειδικότερα) το προσωπικό εκτός από τον επικεφαλής (καπετάνιο, κυβερνήτη κλπ)
  3. (εκκλησιαστική έκφραση) το σύνολο των πιστών του χριστιανισμού
  4. (καταχρηστικά) η πληρωμή

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία