Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

équipage 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

équipage (fr) αρσενικό

  1. το πλήρωμα (ενός πλοίου)
  2. ο εξοπλισμός