Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pu.vwar/
pouvoir 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
pouvoir pouvoirs

pouvoir (fr) αρσενικό

  1. η εξουσία
  2. le pouvoir législatif - η νομοθετική εξουσία
  3. le pouvoir exécutif - η εκτελεστική εξουσία
  4. le pouvoir judiciaire - η δικαστική εξουσία
  5. η εξουσιοδότηση

  ΡήμαΕπεξεργασία

pouvoir (fr)

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία