Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπορώ < μεσαιωνική ελληνική ημπορώ < εμπορώ < αρχαία ελληνική εὐπορέω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /bɔ.ˈɾɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

μπορώ

  1. έχω τη δυνατότητα να κάνω κάτι
    μπορείς να πετύχεις στη ζωή σου τα πάντα, αρκεί να έχεις θέληση
  2. σε ευγενική ερώτηση-παράκληση, για να ζητήσω κάτι ή την άδεια για να κάνω κάτι
    Μπορώ να έχω ένα ποτήρι νερό;
    Μπορείτε να μου δώσετε ένα ποτήρι νερό;
    Θα μπορούσατε να με βοηθήσετε;
  3. (απρόσωπα) μπορεί : υπάρχει η πιθανότητα να συμβεί κάτι
    μπορεί να βρέξει αύριο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία