Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντικαθιστώ < (λόγιο) αρχαία ελληνική ἀντικαθίστημι.

  ΡήμαΕπεξεργασία

αντικαθιστώ, πρτ.: αντικαθιστούσα, στ.μέλλ.: θα αντικαταστήσω, αόρ.: αντικατέστησα, παθ.φωνή: αντικαθίσταμαι, π.αόρ.: αντικαταστάθηκα, μτχ.π.π.: αντικατεστημένος

  1. βγάζω κάτι/κάποιον και τοποθετώ στη θέση του κάτι άλλο το οποίο είναι ίσης αξίας, ίδιας αποτελεσματικότητας, ίσης απόδοσης με το / τον αντικατασταθέν /ντα.
  2. μπαίνω στη θέση που κατείχε πριν κάτι άλλο ή κάποιος άλλος
  3. (γραμματική) γράφω τους τύπους ενός ρήματος σε άλλους χρόνους ή εγκλίσεις
  4. (πληροφορική) γράφω νέα δεδομένα πάνω στη θέση μνήμης παλαιότερων

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία