Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοιλιά οι κοιλιές
      γενική της κοιλιάς των κοιλιών
    αιτιατική την κοιλιά τις κοιλιές
     κλητική κοιλιά κοιλιές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοιλιά < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ciˈʎa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοιλιά θηλυκό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία