↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πύελος οι πύελοι
      γενική της πυέλου των πυέλων
    αιτιατική την πύελο τις πυέλους
     κλητική πύελε πύελοι
Κατηγορία όπως «άμπελος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
πύελος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πύελος (λόγω του σχήματος)

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

πύελος θηλυκό

  1. (ανατομία, ιατρική) η οστέινη δομή σε σχήμα λεκάνης στη βάση της σπονδυλικής στήλης, η οποία αποτελείται από τα δύο ανώνυμα οστά, το ιερό οστό και τον κόκκυγα και η οποία είναι πιο ρηχή και πλατιά στις γυναίκες για να διευκολύνεται η κυοφορία και ο τοκετός
     συνώνυμα: λεκάνη
  2. (ανατομία, ιατρική) πλατύ τμήμα του νεφρού από το οποίο αρχίζει ο ουρητήρας

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία



↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική πύελος αἱ πύελοι
      γενική τῆς πυέλου τῶν πυέλων
      δοτική τῇ πυέλ ταῖς πυέλοις
    αιτιατική τὴν πύελον τὰς πυέλους
     κλητική ! πύελε πύελοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πυέλω
γεν-δοτ τοῖν  πυέλοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «κάμινος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

πύελος θηλυκό (και πύαλος)

  1. σκάφη, ταΐστρα για τα ζώα
    ※  8ος πκε αιώνας   Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 19 (τ. Ὀδυσσέως καὶ Πηνελόπης ὁμιλία. Νίπτρα.), στίχ. 553 (551-553)
    ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐμὲ μελιηδὴς ὕπνος ἀνῆκε· | παπτήνασα δὲ χῆνας ἐνὶ μεγάροισι νόησα | πυρὸν ἐρεπτομένους παρὰ πύελον, ἧχι πάρος περ.»
    Έτσι μου μίλησε, κι εμένα λύθηκε ο γλυκός μου ύπνος, | τα μάτια ανοίγοντας κοίταξα γύρω μου και βλέπω στον αυλόγυρο | τις χήνες να τσιμπολογούν το στάρι πλάι στη σκάφη, όπως και πριν.»
    Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
  2. μπανιέρα
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Εἰρήνη, στίχ. 843 (843-845)
    καὶ τὴν πύελον κατάκλυζε καὶ θέρμαιν᾽ ὕδωρ, | στόρνυ τ᾽ ἐμοὶ καὶ τῇδε κουρίδιον λέχος. | καὶ ταῦτα δράσας ἧκε δεῦρ᾽ αὖθις πάλιν·
    βάλε ζεστό νερό μες στην μπανιέρα, | κι αφού ετοιμάσεις νυφικό κρεβάτι για αυτή κι εμέ, | έλα πίσω·
    Μετάφραση (1967): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Τυποβιβλιοτεχνική @greek‑language.gr
  3. σκεύος για το βράσιμο νερού
  4. σαρκοφάγος, λάρνακα
    ※  2ος κε αιώνας Ἀρριανός, Ἀνάβασις Ἀλεξάνδρου, 6, 29.5
    ἐν δὲ τῷ οἰκήματι πύελον χρυσῆν κεῖσθαι, ἵνα τὸ σῶμα τοῦ Κύρου ἐτέθαπτο, καὶ κλίνην παρὰ τῇ πυέλῳ· πόδας δὲ εἶναι τῇ κλίνῃ χρυσοῦς σφυρηλάτους καὶ τάπητα ἐπίβλημα τῶν Βαβυλωνίων καὶ καυνάκας πορφυροῦς ὑποστρώματα.
    Μέσα στο οίκημα είχε τοποθετηθεί χρυσή σαρκοφάγος, στην οποία είχε ταφεί το σώμα του Κύρου, και δίπλα στη σαρκοφάγο μία κλίνη· η κλίνη είχε πόδια από κατεργασμένο χρυσό και για κάλυμμα ένα βαβυλωνιακό χαλί και για στρωσίδι κόκκινα σκεπάσματα.
    Μετάφραση (1986, 1998): Θεόδωρος Χ. Σαρικάκης, Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. @greek‑language.gr
  5. (ανατομία) κωνική κοιλότητα του κρανίου
  6. (ιατρική, εργαλείο) χειρουργικό εργαλείο

Παράγωγα

επεξεργασία