Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μπανιέρα οι μπανιέρες
      γενική της μπανιέρας των μπανιέρων
    αιτιατική την μπανιέρα τις μπανιέρες
     κλητική μπανιέρα μπανιέρες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπανιέρα < μπάνιο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
μια 'μπανιέρα

μπανιέρα θηλυκό

  1. επιμήκης λουτήρας που στήνεται στο έδαφος, μέσα στο μπάνιο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • παίζει ντραμς μες την μπανιέρα κοπανώντας τυμπανιέρα: για άθλια ακουστική χώρου ή ηχογράφηση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία