Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Ένα ντους (συσκευή)

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ντους < γαλλική douche < ιταλική doccia < γαλλική ductio < duco

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈdus/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ντους ουδέτερο άκλιτο

  1. συσκευή στην οποία εκτοξέυεται νερό με πίεση για το πλύσιμο του σώματος κάποιου
     συνώνυμα: καταιονητήρας
  2. το πλύσιμο του σώματος, το μπάνιο, καταιόνηση, καταιονισμός
    Επειδή σήμερα ίδρωσα πολύ, θα κάνω ένα ντους.

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία