Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ντουζ < γαλλική douge

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈduz/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ντουζ ουδέτερο άκλιτο