Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

duco < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dewk-

  ΡήμαΕπεξεργασία

duco (la) (β' εν. προστ. ενστ.: duc και duce)

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία