Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καταιονητήρας οι καταιονητήρες
      γενική του καταιονητήρα των καταιονητήρων
    αιτιατική τον καταιονητήρα τους καταιονητήρες
     κλητική καταιονητήρα καταιονητήρες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταιονητήρας < αρχαία ελληνική καταιονάω / καταιονῶ + -τήρας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καταιονητήρας αρσενικό

  1. συσκευή ντους, λουσίματος ή πλυσίματος του σώματος με νερό στο λουτρό
    Ο καταιονητήρας χάλασε, αγάπη μου, κάλεσε τον υδραυλικό να περάσει αύριο, γιατί το σαββατοκύριακο έχουμε έξοδο και δε θέλω να παρουσιαστώ άπλυτη. Φαντάζεσαι τι θα λένε για εμένα;
     συνώνυμα: ντους, καταιονιστήρας, κρουνός, ψεκαστήρας, (δημώδες) τηλέφωνο ντουζιέρας
  2. συσκευή πυρόσβεσης, καταιονισμού
  3. συσκευή υποκλυσμού
    μια φορά την εβδομάδα ο γιατρός της σύστησε να βάζει τον καταιονητήρα στον πρωκτό της προκειμένου να καθαρίσει το παχύ έντερο. Μετά τη γέννα της η νοσηλεύτρια έτυχε να την ράψει παραπάνω από το κανονικό με αποτέλεσμα η διαδικασία εντερικής κένωσης να είναι επίπονη και ημιτελής. Μια διαδικασία που την ανεχόταν 20 χρόνια τώρα, όσο ο μεγαλύτερος γιός της
     συνώνυμα: κλύσμα, σερβιτσάλι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία