Δείτε επίσης: λουτρ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λουτρό τα λουτρά
      γενική του λουτρού των λουτρών
    αιτιατική το λουτρό τα λουτρά
     κλητική λουτρό λουτρά
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λουτρό < αρχαία ελληνική λουτρόν

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λουτρό ουδέτερο

  1. μπάνιο
    • ο χώρος του σπιτιού που χρησιμοποιείται για το πλύσιμο του προσώπου και του σώματος
    • (παρωχημένο) το πλύσιμο του σώματος
    • βάπτισμα, βύθισμα αντικειμένων σε ειδικά υγρά προκειμένου να υποστούν κάποια χημική ή άλλου είδους επεξεργασία
  2. βύθισμα του σώματος σε ειδικό υλικό (άμμο, λάσπη, ιαματικό νερό κλπ) για θεραπευτικούς σκοπούς

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία