Δείτε επίσης: λουτρ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λουτρό τα λουτρά
      γενική του λουτρού των λουτρών
    αιτιατική το λουτρό τα λουτρά
     κλητική λουτρό λουτρά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λουτρό < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λουτρόν[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /luˈtɾo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λου‐τρό

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λουτρό ουδέτερο

  1. μπάνιο
    • ο χώρος του σπιτιού που χρησιμοποιείται για το πλύσιμο του προσώπου και του σώματος
    • (παρωχημένο) το πλύσιμο του σώματος
    • βάπτισμα, βύθισμα αντικειμένων σε ειδικά υγρά προκειμένου να υποστούν κάποια χημική ή άλλου είδους επεξεργασία
  2. βύθισμα του σώματος σε ειδικό υλικό (άμμο, λάσπη, ιαματικό νερό κλπ) για θεραπευτικούς σκοπούς

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία