Arrows blue.png Δείτε επίσης : σκαφή

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκάφη σκάφες
γενική σκάφης
αιτιατική σκάφη σκάφες
κλητική σκάφη σκάφες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκάφη < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκάφη θηλυκό

  1. μεγάλο ξύλινο ανοιχτό δοχείο που χρησιμοποιούνταν παλιότερα για το πλύσιμο των ρούχων

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

σκάφη ουδέτερο

  1. σκάφος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού