↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δυσκοίλιος η δυσκοίλια το δυσκοίλιο
      γενική του δυσκοίλιου της δυσκοίλιας του δυσκοίλιου
    αιτιατική τον δυσκοίλιο τη δυσκοίλια το δυσκοίλιο
     κλητική δυσκοίλιε δυσκοίλια δυσκοίλιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δυσκοίλιοι οι δυσκοίλιες τα δυσκοίλια
      γενική των δυσκοίλιων των δυσκοίλιων των δυσκοίλιων
    αιτιατική τους δυσκοίλιους τις δυσκοίλιες τα δυσκοίλια
     κλητική δυσκοίλιοι δυσκοίλιες δυσκοίλια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
δυσκοίλιος < (ελληνιστική κοινή) < δυσ- + κοιλία

  Επίθετο

επεξεργασία

δυσκοίλιος, -α, -ο

  1. που έχει δυσκολία στην κένωση των εντέρων, που πάσχει από δυσκοιλιότητα
  2. (για τροφή) που προκαλεί δυσκοιλιότητα
  3. (αργκό): ο κακοπληρωτής (στη γλώσσα των κακοποιών)

  Μεταφράσεις

επεξεργασία