Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δυσκοίλιος < ελληνιστική κοινή < δυσ- + κοιλία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δυσκοίλιος, -α, -ο

  1. που έχει δυσκολία στην κένωση των εντέρων, που πάσχει από δυσκοιλιότητα
  2. (για τροφή) που προκαλεί δυσκοιλιότητα
  3. (αργκό): ο κακοπληρωτής (στη γλώσσα των κακοποιών)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία