Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γεμιστήρας οι γεμιστήρες
      γενική του γεμιστήρα των γεμιστήρων
    αιτιατική τον γεμιστήρα τους γεμιστήρες
     κλητική γεμιστήρα γεμιστήρες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γεμιστήρας < γεμίζω + -τήρας ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική chargeoir)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʝε.mi.ˈsti.ɾas/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γεμιστήρας αρσενικό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία