Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θήκη θήκες
γενική θήκης θηκών
αιτιατική θήκη θήκες
κλητική θήκη θήκες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θήκη < αρχαία ελληνική θήκη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈθi.ci/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θήκη θηλυκό

  1. ένα περίβλημα μέσα στο οποίο τοποθετούνται ένα ή πολλά ομοειδή αντικείμενα για προστασία, τακτοποίηση ή ταξινόμηση

  ΥπώνυμαΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία