Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποθήκη αποθήκες
γενική αποθήκης αποθηκών
αιτιατική αποθήκη αποθήκες
κλητική αποθήκη αποθήκες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποθήκη < από + θήκη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αποθήκη θηλυκό

  1. χώρος (κτήριο ή μέρος κτηρίου) όπου φυλάσσονται αντικείμενα, πχ. εργαλεία, αγαθά ή εμπορεύματα, για την περίοδο που δεν είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθούν
  2. κατάστημα χονδρικής πώλησης
  3. στρατιωτική μονάδα ανεφοδιασμού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία