Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καρβουναποθήκη οι καρβουναποθήκες
      γενική της καρβουναποθήκης των καρβουναποθηκών
    αιτιατική την καρβουναποθήκη τις καρβουναποθήκες
     κλητική καρβουναποθήκη καρβουναποθήκες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καρβουναποθήκη < κάρβουνο + αποθήκη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καρβουναποθήκη θηλυκό

  1. αποθήκη φύλαξης κάρβουνων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία