Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καρβουναποθήκη οι καρβουναποθήκες
      γενική της καρβουναποθήκης των καρβουναποθηκών
    αιτιατική την καρβουναποθήκη τις καρβουναποθήκες
     κλητική καρβουναποθήκη καρβουναποθήκες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καρβουναποθήκη < κάρβουνο + αποθήκη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καρβουναποθήκη θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία