Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξυλαποθήκη < ξύλο + αποθήκη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξυλαποθήκη θηλυκό

  1. αποθήκη ξύλων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία