Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαιανθρακαποθήκη < γαιάνθρακας + αποθήκη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γαιανθρακαποθήκη θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος), (λόγιο): καρβουναποθήκη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία