Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γαιάνθρακας οι γαιάνθρακες
      γενική του γαιάνθρακα των γαιανθράκων
    αιτιατική τον γαιάνθρακα τους γαιάνθρακες
     κλητική γαιάνθρακα γαιάνθρακες
Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Κομμάτι γαιάνθρακα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαιάνθρακας < (καθαρεύουσα) γαιάνθραξ < γαι- + άνθραξ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική charbon de terre)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γαιάνθρακας αρσενικό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία