Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χορταποθήκη χορταποθήκες
γενική χορταποθήκης χορταποθηκών
αιτιατική χορταποθήκη χορταποθήκες
κλητική χορταποθήκη χορταποθήκες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χορταποθήκη < χόρτο και αποθήκη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χορταποθήκη θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία