Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αποθηκευτικός αποθηκευτική αποθηκευτικό
γενική αποθηκευτικού αποθηκευτικής αποθηκευτικού
αιτιατική αποθηκευτικό αποθηκευτική αποθηκευτικό
κλητική αποθηκευτικέ αποθηκευτική αποθηκευτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποθηκευτικοί αποθηκευτικές αποθηκευτικά
γενική αποθηκευτικών αποθηκευτικών αποθηκευτικών
αιτιατική αποθηκευτικούς αποθηκευτικές αποθηκευτικά
κλητική αποθηκευτικοί αποθηκευτικές αποθηκευτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποθηκευτικός < αποθηκεύω + -τικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αποθηκευτικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με την αποθήκευση, αναφέρεται σ’ αυτή ή χρησιμεύει γι’ αυτή
  2. (ουσιαστικοποιημένο) αποθηκευτικά: τα χρήματα που απαιτούνται, προκειμένου να φυλαχθούν κάποια πράγματα σε αποθήκη
     συνώνυμα: αποθήκευτρα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία