Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποθηκευτικά
γενική αποθηκευτικών
αιτιατική αποθηκευτικά
κλητική αποθηκευτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποθηκευτικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: αποθηκευτικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αποθηκευτικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

αποθηκευτικά