Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποθηκούλα < υποκοριστικό του αποθήκη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αποθηκούλα θηλυκό

  1. μικρή αποθήκη


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε αποθήκη