Προφορά

επεξεργασία
 

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
dépôt dépôts

dépôt (fr) αρσενικό

  1. το ντεπό
  2. το ίζημα, το κατακάθι, το καταστάλαγμα
    il y a un dépôt au fond de la tasse - υπάρχει ένα κατακάθι στον πάτο του φλιτζανιού
  3. το αμαξοστάσιο
    les bus retournent au dépôt - τα λεωφορεία γυρίζουν στο αμαξοστάσιο
  4. η κατάθεση χρημάτων
    j'ai fait un dépôt à la banque - έκανα μια κατάθεση στην τράπεζα
  5. η κατάθεση όπλων
  6. η αποθήκη

Συγγενικά

επεξεργασία