Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

dépotoir < dépoter

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
dépotoir dépotoirs

dépotoir (fr) αρσενικό

  1. χώρος όπου αφήνουν χρησιμοποιημένα υγρά κινητήρων
  2. δημόσιος χώρος όπου αφήνουν τα σκουπίδια
  3. (οικείο) (μεταφορικά) χώρος όπου εγκαταλείπουν άχρηστα αντικείμενα
  4. (κατ' επέκταση) (μεταφορικά) χώρος όπου στέλνουν ανεπιθύμητα άτομα