Ουσιαστικό

επεξεργασία

magazine (en)

      ενικός         πληθυντικός  
magazine magazines
  1. περιοδικό
  2. πυριτιδαποθήκη
  3. γεμιστήρα(ς) (συνήθως θηκάτος διότι ο γυμνός λέγεται κλιπ)



  Ουσιαστικό

επεξεργασία

magazine (fr)