Άνοιγμα κυρίου μενού

Βοσνιακά (bs) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sto (bs)

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία



Κροατικά (hr) Επεξεργασία

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

sto (hr)



Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

sto < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *steh₂-, συγγενές με το (λατινικά) sisto, το (σανσκριτικά) तिष्ठति (tíṣṭhati) (ρίζα √sthā), (αρχαία ελληνικά) ἵστημι, το παλαιοαγγλικό standan ((αγγλικά) stand), (βουλγαρικά) стоя...

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /stoː/

  ΡήμαΕπεξεργασία

sto (la)

  1. στέκομαι, υπάρχω

  ΚλίσηΕπεξεργασία



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

sto 

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

sto (pl)

  1. εκατό (100)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Σερβικά (sr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sto (sr)

  • λατινική γραφή του сто



Τσεχικά (cs) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Ήχος 

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

sto (cs)

  1. εκατό

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία