Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί Χρόνοι Ενεργητική Φωνή Μέση-Παθητική Φωνή
Ενεστώτας ἐνίστημι ἐνίσταμαι
Παρατατικός ἐνίστην ἐνιστάμην
Μέλλοντας ἐνστήσω ἐνστήσομαι
Αόριστος ἐνέστησα - ἐνέστην* ἐνεστησάμην
Παρακείμενος ἐνέστηκα*
Υπερσυντέλικος ἐνεστήκειν*
Παρατηρήσεις (*)Αυτοί οι ενεργητικοί χρόνοι χρησιμοποιούνται
με παθητική σημασία
Μετοχή παρακειμένου: ἐνεστηκώς και ἐνεστώς

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐνίστημι < ἐν + ἵστημι

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἐνίστημι

  1. βάζω μέσα, τοποθετώ
  2. ορίζω κάποιον ως κληρονόμο
  3. (στον μέσο αόριστο) αρχίζω, ιδρύω, προσδιορίζω
  4. (παθητικό) ἐνίσταμαι (χρησιμοποιεί τους ενεργητικούς αόριστο β', παρακείμενο και υπερσυντέλικο)
    1. είμαι τοποθετημένος, στημένος
    2. έχω θέση εξουσίας
    3. βρίσκομαι μπροστά, απειλώ
    4. ξεκινώ, προβάλλω
    5. είμαι παρών
    6. αντιστέκομαι, εμποδίζω
    7. αντιτίθεμαι
    8. (για τους Ρωμαίους δημάρχους) ασκώ το δικαίωμα του βέτο
    9. (για υγρά) πήζω, παγώνω

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883

ΚλίσηΕπεξεργασία