Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐνεστώς αρσενικό

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἐνεστώς, -ῶσα, -ώς



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐνεστώς < ἐνίσταμαι ή ἐνίστημι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

ἐνεστώς, ἐνεστῶσα, ἐνεστώς

  1. δείτε τη λέξη ἐνίστημι
  2. ἐνεστώς (χρόνος): ο ενεστώτας