Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στήνω < από τον αόριστο ἔστησα του ρήματος αρχαία ελληνική ἱστάνω < ἵστημι

  ΡήμαΕπεξεργασία

στήνω (μεταβατικό)

  1. τοποθετώ
    Τον έστησε με τα χέρια ψηλά και άρχισε να τον ψάχνει, όπως κάνουν τώρα στα αεροδρόμια. (Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους)
  2. αφήνω κάποιον να περιμένει σε ραντεβού
  3. αλλοιώνω το αποτέλεσμα αγώνων με αθέμιτο τρόπο

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία